Τα ερωτήματα έρχονταν καταιγιστικά. Πώς εξηγείται ότι, κάθε φορά που συμβαίνει κάποιο ατύχημα, που σημειώνεται κάποια «αστοχία» στις Ένοπλες Δυνάμεις, συλλογιζόμαστε ότι δεν «έχουμε μάθει τίποτα από τα Ίμια»; Οι Έλληνες πολίτες, που από το 1996 έχουν ξοδέψει ασύλληπτα χρήματα για την αμυντική θωράκιση της χώρας -στην πραγματικότητα για την αγορά οπλικών συστημάτων- είναι σε θέση να ισχυριστούν ότι είναι ασφαλέστεροι; Περιφρουρούνται αποτελεσματικότερα τα εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα; Τι έχει συμβεί τα τελευταία χρόνια με την τουρκική προκλητικότητα; Έχουν αποθρασυνθεί οι Τούρκοι ή μήπως (στο πλαίσιο της πορείας σύγκλισης προς την Ε.Ε.) έχουν ευθυγραμμιστεί προς το νεφελώδες «ευρωπαικό κεκτημένο»;
Σύμφωνα με βαρύγδουπες επίσημες ανακοινώσεις της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας, οι Ένοπλες Δυνάμεις έχουν γίνει μικρότερες, περισσότερο ευέλικτες, έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη ισχύ πυρός και είναι ικανές να μετακινηθούν στα «θερμά σημεία» της επικράτειας μέσα σε πολύ λίγο χρόνο. Έχουν υλοποιηθεί οι εξαγγελίες αυτές ή περιμένουν σχέδια επί χάρτου; Η δομή οργάνωσης, το «επίπεδο λειτουργίας» και η επιχειρησιακή τακτική του στρατού είναι καλύτερη ή μήπως αρκούμαστε να βαυκαλιζόμαστε ότι η περίφημη «διακλαδικότητα» έχει βελτιώσει τις δομές και έχει μεταβάλλει τις υπνωτισμένες συνειδήσεις;
Ο πραγματικός αριθμός αξιωματικών, υπαξιωματικών (όλων των ειδών…) και οπλιτών θητείας δικαιολογεί τα τόσα στρατόπεδα που ανοιγοκλείνουν αναλόγως της διάθεσης προσώπων και κομματαρχών; Έχει αλλάξει κάτι στη δυνατότητα επικοινωνιών μεταξύ των στρατιωτικών μονάδων; Ή μήπως στο επόμενο επεισόδιο οι διοικητές μονάδων και σχηματισμών θα μιλάνε πάλι με τα κινητά τους και θα εύχονται να μην τους ακούει κάποιος «μεγάλος αδελφός»; Είναι πραγματικά αξιόμαχο το στράτευμα; Έχει βελτιωθεί η ποιότητα των Ειδικών Δυνάμεων του στρατού; Μη σπεύσετε να χαρακτηρίσετε τα ερωτήματα αυτά σα ρητορικά. Εμείς δε θα επιχειρήσουμε να τα απαντήσουμε χωρίς κόπο, απλά και μόνο διότι θεωρούμε ότι τα ζητήματα αυτά είναι υπόθεση όλων. Υπάρχει συλλογική ευθύνη. Η άμυνα και ασφάλεια της χώρας δεν προσφέρεται για εντυπωσιασμό.
Στο πλαίσιο αυτό, έχουμε βελτιωθεί ακόμη και εμείς οι δημοσιογράφοι; Ή μήπως στην επόμενη κρίση (ο μη γένοιτο) θα έχουμε «μία από τα ίδια»; Θα δείχνουμε πάλι ευαίσθητα δεδομένα αποδεικνύοντας ότι μας κυβερνά ένα κράτος «περιορισμένης ευθύνης»; Εάν τα πράγματα που μας πληγώνουν δε συζητηθούν σε όλο το εύρος τους με ειλικρίνεια, μάλλον ο κύκλος των χαμένων ευκαιριών θα συνεχιστεί και κάθε επόμενη μελλοντική κρίση θα είναι χειρότερη από την προηγούμενη…
Ίσως το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να δώσουμε τα ερεθίσματα για να σκεφτούμε όλοι. Ξεκινώντας από την αυτοκριτική των πολιτικών που λησμόνησαν ή σνόμπαραν ότι ο ΧΕΙΡΙΣΜΟΣ της ΚΡΙΣΗΣ δε γίνεται από τα γραφεία, αλλά από το ΕΘΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ, διότι μόνον εκεί μπορούν να έχουν πραγματική εικόνα του πεδίου αντιπαράθεσης. Για να μη μιλήσουμε για την πολιτική ηγεσία που παρακολουθούσε «Αθλητική Κυριακή» στην τηλεόραση και σα να βρισκόταν αλλού ρωτούσε τους επιτελείς: «δηλαδή μπορεί να έχουμε νεκρούς»; Και θέλουμε να ξεχάσουμε τους υπουργούς που δικαιολογούνταν ότι δεν είναι δική τους δουλειά να γνωρίζουν τους κανόνες εμπλοκής (δηλαδή ποιος έπρεπε να τους γνωρίζει, η κυρά Καλλιόπη της γειτονιάς;). Και μην πιάσουμε τους στρατηγούς που τις κρίσιμες ώρες ζητούσαν τη βοήθεια του Κυρίου…
Δέκα χρόνια μετά, είναι πλέον σαφές ότι η κρίση των Ιμίων αποτέλεσε την αφετηρία για μία σειρά αρνητικών εξελίξεων ή ακόμη και υποχωρήσεων της Ελλάδος έναντι της Τουρκίας.
Από τη συμφωνία της Μαδρίτης, όπου η ελληνική κυβέρνηση αναγνώρισε για πρώτη φορά επισήμως «ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο», μέχρι το «απολεσθέν σύμφωνο» περί επίλυσης συνοριακών διαφορών και συναφών θεμάτων. Διότι αυτή είναι η πραγματικότητα. Με τις παραβιάσεις και την αναθεωρητική τακτική τους, οι Τούρκοι έχουν διευρύνει την ατζέντα. Επιτέλους, ας βρεθεί κάποιος από τους υπεύθυνους για να πει στους πολίτες αυτής της χώρας ότι στις διερευνητικές συζητήσεις με την Τουρκία έχουν τεθεί και άλλα ζητήματα πέραν της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας.
Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Η επίλυση της εκκρεμότητας με την υφαλοκρηπίδα (όποτε και αν προωθηθεί από την ελληνική πλευρά), θα συμπαρασύρει και άλλα συναφή θέματα.
Αρχικώς, αυτό της αιγιαλίτιδας ζώνης, βάσει της οποίας θα κληθεί να αποφανθεί το Διεθνές Δικαστήριο. Και, αφού προσδιοριστούν τα όρια της αιγιαλίτιδας ζώνης, δηλαδή των χωρικών υδάτων (όπου η Ελλάδα έχει συντριπτικό πλεονέκτημα, αφού δύναται να επεκτείνει το εύρος της από τα 6 στα 12 ναυτικά μίλια), είναι αναπόφευκτο να συζητηθεί και το ζήτημα του εθνικού εναέριου χώρου. Σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, τα δύο όρια, αιγιαλίτιδας ζώνης και εθνικού εναέριου χώρου, θα πρέπει να ταυτίζονται, να συμπίπτουν.
Αυτά προκύπτουν από το Διεθνές Δίκαιο και τους κανόνες του, που πρώτοι εμείς επικαλούμαστε, όταν πρόκειται για το Κυπριακό. Δυστυχώς, η πραγματικότητα δεν είναι πάντα ανώδυνη. Και όσοι ισχυρίζονται ότι «δε διαπραγματευόμαστε, δεν παραχωρούμε κυριαρχικά μας δικαιώματα στο Διεθνές Δικαστήριο», θα πρέπει να γνωρίζουν ότι το πάγωμα των διαφορών, η «μη λύση» είναι πιο επικίνδυνη και σε βάθος χρόνου εξυπηρετεί πάντοτε τον ισχυρότερο.
Μάλλον πρέπει να αναλάβουμε τις ευθύνες μας όλοι και πρώτοι όλων οι πολιτικοί και οι στρατιωτικοί που σκέφτονται με ρεαλιστικούς και όχι όρους ψηφοθηρικούς ή έχουν στο μυαλό μόνο την προαγωγή τους στα ύπατα αξιώματα.
Όταν όλοι αναγνωρίζουμε ότι είναι παράλογο να προωθήσουμε την επίλυση «των ελληνοτουρκικών προβλημάτων ή εκκρεμοτήτων» με την προσφυγή στα όπλα, δηλαδή μέσω μίας πολεμικής αναμέτρησης θα πρέπει να θυμόμαστε ότι η Τουρκία διατηρεί την απειλή πολέμου-casusbelli εναντίον της Ελλάδος.






